Header Ads

Νέα

'' O επισκέπτης'' Διήγημα Νίκη Μπλούτη.


Νοέμβρης. Σούρουπο! Όμορφη λέξη. Βραδιάζει… Κι εγώ γυρίζω από το λιοτρίβι που πήγα ν’ αφήσω τα τσουβάλια με τις ελιές. Μ’ αρέσει αυτή η ώρα, σκέφτομαι καθώς οδηγώ κι απολαμβάνω αυτό το γλυκό σούρουπο στο χωριό μου. Εδώ σ’ αυτόν τον τόπο, μου φαίνεται πως όλες οι εποχές έχουν το δικό τους χρώμα. Αυτό το χειμωνιάτικο απομεσήμερο με τυλίγει στις κόκκινες αποχρώσεις που άφησε πίσω του ο ήλιος κι αισθάνομαι μια οικεία θαλπωρή, λες και βρίσκομαι στον μυρωδάτο κόρφο της μάνας μου παιδί. Ανάβω τσιγάρο και συνεχίζω να οδηγώ. Μόλις προσπέρασα την ανηφόρα που βγάζει στο σπίτι μου. Δε θέλω να γυρίσω ακόμα εκεί, παρ’ όλο που η κούραση βαραίνει τα βλέφαρά μου. Δε με περιμένει κανείς. Ούτε η μάνα στο κατώφλι, ούτε ο πατέρας στο καφενείο… Αυτή η φευγαλέα σκέψη με πληγώνει. Ο κρίκος της αλυσίδας που μ’ έδενε άρρηκτα με το χωριό μου έσπασε από τότε που φύγανε οι γονείς μου. Υπάρχουν αδέρφια, υπάρχουν ξαδέρφια, μα οι γονείς λείπουν. Ο πιο δυνατός κρίκος στην αλυσίδα της ζωής.

Ανέβηκα στο χωριό για μια βδομάδα να μαζέψω τις ελιές. Πριν δυο μήνες είχα ξανάρθει να τρυγήσω το αμπέλι που μου άφησε ο συγχωρεμένος ο πατέρας. Είναι κάποιες μνήμες που δε σβήνουν ποτέ. Κάποιες αναμνήσεις που νιώθουμε την ανάγκη να τις φυλάξουμε βαθιά σ’ ένα μέρος της καρδιάς μας, σαν πολύτιμο φυλαχτό. Οι δικοί μου γονείς με δίδαξαν με τον τρόπο τους να σέβομαι και ν’ αγαπώ την παράδοση. Να εκτιμάω τον καρπό της ελιάς, το κρασί από το δικό μας αμπέλι, το ψωμί που ζύμωνε κάποτε η μάνα απ’ τα χαράματα για να μας αναθρέψει.  

Συνεχίζω να οδηγώ και νιώθω έντονη την ανάγκη να πάω κοντά τους. Φτάνοντας έξω από το νεκροταφείο, συνειδητοποιώ, πως οι πιο δικοί μου άνθρωποι σ’ αυτόν τον τόπο, ξαποσταίνουν εδώ μέσα. Μια ενδόμυχη λαχτάρα με σπρώχνει να κατέβω, ν’ ανάψω ένα κεράκι στους νεκρούς μου. Στρίβω το τιμόνι κι αφήνω το αυτοκίνητο μπροστά στην είσοδο. Παρατάω το κινητό στη θέση του συνοδηγού και ψάχνω τα τσιγάρα μου.

Στέκομαι μπροστά στο κατάλευκο μνήμα και χαζεύω τη φωτογραφία τους για ώρα. Το βλέμμα της μάνας ακουμπάει πάνω μου στοργικά και με καλωσορίζει. Ο πατέρας πιο αυστηρός, μα… μια σπίθα χαράς, θαρρώ, πως χαράζει στα μάτια του η παρουσία μου. Στέκομαι αμήχανος για ώρα, με μάτια υγρά απ’ τα δάκρυα της νοσταλγίας. Εμείς οι άντρες είμαστε άχαροι σ’ όσα αφορούν τον θάνατο, σκέφτομαι, καθώς ψάχνω για ένα κερί να τους ανάψω. Άχαροι κι ανίκανοι ακόμα και στα λόγια, λέω από μέσα μου, σαν να μαλώνω με τον εαυτό μου. Δεν ξέρουμε να πούμε ένα μοιρολόι στους γονιούς μας όταν μας φεύγουν. Αυτά που μας πνίγουν αλλά κι όσα μας γλυκαίνουν στη θύμησή τους. Ν’ αποφορτίσουμε τη θλίψη μας μ’ ένα λόγο, ένα δάκρυ, μια αγκαλιά…

Όλα είναι φροντισμένα από την αδερφή μου. Τα λουλούδια τους, τα κεριά, το καντηλάκι που τρεμοπαίζει η φλόγα του απ’ το ελαφρύ αεράκι, τα τρισάγια στη μνήμη τους και τα πρόσφορα για να συγχωρεθούν οι ψυχές τους. Εγώ με τα χρόνια έγινα ένας περαστικός.  Η αδερφή μου, υποθέτω, κάθε φορά που έρχεται θα τους μιλάει σίγουρα. ‘’Γεια σου πατέρα… Τι κάνεις μάνα;’’ Θα τους ρωτάει κι ίσως να τους λέει κι όλων μας τα νέα.  Έτσι καταφέρνει να το παλεύει καλύτερα, να νιώθει πως δεν έχασε ποτέ την επαφή μαζί τους.

Ανάβω δυο κεράκια και τα βάζω προσεκτικά στη θέση τους. Κάνω τον σταυρό μου ευλαβικά και κάθομαι στο πεζούλι πλάι τους να τους κάνω λίγη παρέα. Ανάβω κι ένα τσιγάρο προσπαθώντας να πνίξω τα δάκρυα που θολώνουν το βλέμμα μου. Νιώθω μια γαλήνη κοντά τους. Οι αναμνήσεις αρχίζουν σαν τα σπουργίτια να φτερουγίζουν γύρω μου. Η μορφή της μάνας, το λαβωμένο βλέμμα της από τη φτώχεια και τις πίκρες της ζωής… Η αγέρωχη φιγούρα του πατέρα στο σπίτι κι η ασφάλεια που μας έδινε η παρουσία του…  Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, ο τρύγος, το λιομάζωμα, οι χειμώνες δίπλα στη σόμπα με τα ξύλα, τα καλοκαίρια στις γειτονιές και στα σοκάκια που ξαμολιόμασταν πιτσιρίκια… Όλα όσα μοιράστηκα μαζί τους, περνάνε από μπροστά μου και πλημμυρίζουν την ψυχή μου γλυκόπικρα συναισθήματα. Νιώθω το τρυφερό χάδι της μάνας μου στην πλάτη κι ανατριχιάζω σύγκορμος. Ακούω τη φωνή του πατέρα να με συμβουλεύει για τ’ αμπέλι, τις ελιές, τα χωράφια… κι αναγαλλιάζει η καρδιά μου.

Θέλω τόσα να τους πω, μα δε μου βγαίνει λέξη. Ένας κόμπος έχει δέσει τη γλώσσα μου καθώς πασχίζω να τους μιλήσω... ‘’Μείνε ήσυχος πατέρα, όλα τα φρόντισα. Και το αμπέλι και το κρασί. Κι εσένα μάνα, τα γιασεμιά σου τα κλάδεψα, τα πότισα… θ’ ανθίσουν ξανά την άνοιξη, να μη στενοχωριέσαι’’ αρχίζω τον εσωτερικό μονόλογο για να τους καθησυχάσω, πως όλα γίνονται όπως τα θέλανε. Ένα παράπονο με πνίγει και νοσταλγώ το κλάμα που έριχνα μικρός στης μάνας την ποδιά κι ύστερα σκούπιζα τα δάκρυα με το μανίκι. Θέλω να κλάψω, να ξαλαφρώσω, μα ούτε κι αυτό το καταφέρνω. Το κλάμα ανακουφίζει, όπως το γέλιο. Κατευνάζει τη θλίψη, συντροφεύει τη μοναξιά.


Το τσιγάρο τέλειωσε. Τέλειωσαν και τα λόγια. Χαζεύω ξανά το τοπίο γύρω μου. Τα πανύψηλα κυπαρίσσια που τους κρατάνε συντροφιά, τα πουλιά που γυρίζουν στις φωλιές τους, τα φροντισμένα μνήματα με τα βασιλικά… Νιώθω πως ένα αφόρητο βάρος πέταξε από πάνω μου, μετά απ’ αυτή την εξομολόγηση. Απολαμβάνω ξανά την ηρεμία και τη γαλήνη αυτού του δειλινού. Η ομορφιά του με συνεπαίρνει. Χαίρομαι τελικά που τα βήματά μου με οδήγησαν εδώ. Χαίρομαι που η καρδιά μου τους έδειξε τον δρόμο. Είμαι σίγουρος, πως κι εκείνοι χάρηκαν με τον ερχομό μου. Κι ας μην μ’ άγγιξαν. Κι ας μη μου μίλησαν. Αισθάνομαι πως μοιραστήκαμε μες στη σιωπή μας τόσα πολλά! Κι ας μην αλλάξαμε κουβέντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Παρακαλούμε αφήστε το σχόλιο σας :