Header Ads

Νέα

Κυριάκος Χαλκόπουλος






Βιογραφικό

Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος φοίτησε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Δημιουργεί και παρουσιάζει κύκλους σεμιναρίων για τη Φιλοσοφία, και για θέματα κλασικής λογοτεχνίας, υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Βιβλιοθηκών και Μουσείων της Θεσσαλονίκης. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτισμού στην εφημερίδα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης.

Έργα του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα περιοδικά Λόγου (Δέκατα, Ένεκεν, Ίαμβος, Εντευκτήριο κ.α.). Είναι συνεργάτης των εκδόσεων Ανάτυπο, από τις οποίες κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο “Η Χρυσαλίδα”. Ζει στην Θεσσαλονίκη και εργάζεται ως μεταφραστής και εκπαιδευτικός.

Θα βρείτε τον Κύριο Χαλκόπουλο Κυριάκο στο προσωπικό του λογαριασμό:


Λίγα Λόγια για το βιβλίο 


Η αρχή του διηγήματος "Η Αράχνη", απο το βιβλίο μου, Η Χρυσαλίδα. Το διήγημα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο λογοτεχνικό περιοδικό Ένεκεν, του Γιώργου Γιαννόπουλου :) 

"Ποτέ δε μου άρεσαν οι αράχνες. Σε μια από τις παλιότερες αναμνήσεις μου, σε κάποιο καλοκαίρι των πρώτων παιδικών μου χρόνων, περπατούσα σε ένα χωμάτινο μονοπάτι που περιβαλλόταν από πυκνή βλάστηση. Ήταν εκείνη η στενωπός ο μόνος δρόμος για να φτάσω στη θάλασσα, όπου ήταν κι ο προορισμός μου, για να κολυμπήσω. Ωστόσο πάντα εκείνες τις μέρες δίσταζα να προχωρήσω στο μονοπάτι διότι γνώριζα πολύ καλά ότι στην άκρη του, στο στενότερο του σημείο, εκατοστά πριν να φανερωθεί το άνοιγμα από το οποίο θα κατέβαιναν στην ακρογιαλιά, είχαν τον ιστό τους δύο γιγαντιαίες αράχνες.



Δεν ήταν μονάχα το μέγεθός τους που με τρόμαζε. Τα χρώματα ήταν επίσης έντονα και απειλητικά, κυριαρχούσε το μαύρο αλλά υπήρχαν και πολύ ζωηροί τόνοι κόκκινου και κίτρινου. Η μια αράχνη είχε υφάνει το πλέγμα της προς την πλευρά της θάλασσας, η άλλη προς την πλευρά από όπου είχα φτάσει στο μονοπάτι. Οι δύο ιστοί ήταν στο ίδιο ύψος, εκτείνονταν σχεδόν για ένα μέτρο ο καθένας, και οι υφάντριες τους ποτέ δεν εγκατέλειπαν τις θέσεις τους στο κέντρο τους.



Φυσικά φοβόμουν πως καθώς θα επιχειρούσα να περάσω από το κενό σημείο ανάμεσα στις άκρες των ιστών, τα όντα εκείνα θα επιτίθενται. Έμοιαζε το καθένα τους μεγαλύτερο από την παιδική μου γροθιά. Τα πόδια τους παρέμεναν ακόμα ακίνητα, αλλά αυτό μου φαινόταν παραπλανητικό, διόλου παρήγορο. Τελικά αναγκαζόμουν να κάνω έντρομος το τελικό βήμα, και πάντα φανταζόμουν ότι πίσω μου οι αράχνες είχαν πλησιάσει στις άκρες των ιστών. Για άλλη μια φορά είχα καταφέρει να περάσω αλώβητος από εκείνες τις νημάτινες συμπληγάδες που όμως δε θα διαλύονταν ποτέ απλώς ηττημένες από την έλευση μου στην παραλία.



Κάποια επόμενη χρονιά οι αράχνες δεν υφίσταντο πλέον στο σημείο τους. Ίσως να μην τις θυμόμουν άλλο και έτσι να μην ένιωσα κάποια ηρεμία που αποδιδόταν σε συνειδητό αίτιο. Συνέχισα για χρόνια να παραθερίζω σε εκείνη την περιοχή, όμως η απειλή από τις αράχνες έχει τώρα εξαλειφθεί. 



Πολλά χρόνια αργότερα, στο πρώτο έτος των σπουδών μου στην Αγγλία, είχα καταλύσει ένα βράδυ σε ένα μικρό πανδοχείο στο κεντρικό Λονδίνο. Είχα πιθανότατα ταλαιπωρήσει αρκετά τον υπάλληλο, που δούλευε μόνος του εκείνη τη βάρδια της περασμένης ώρας, αναζητώντας το κατάλληλο δωμάτιο. Όταν έφτασα σε αυτό που συμφωνήθηκε, δεν πρόλαβα να πέσω για ύπνο πριν
να ανακαλύψω ότι υπήρχε στον μικρό χώρο και μια άλλη ύπαρξη. Ήταν μια γιγαντιαία μαύρη αράχνη· πυκνό τρίχωμα κάλυπτε όλο της το σώμα καθώς πρόβαλε πίσω από μια ξύλινη καρέκλα. Ήμουν εκείνη τη στιγμή ξαπλωμένος στο μικρό κρεβάτι, και την κοίταξα για λίγο σαν να ανταπέδιδε ένα βλέμμα έκπληξης ή αποφασιστικότητας, σαν να είχε επιδείξει και αυτή κάτι τέτοιο απέναντί μου από το χαμηλότερο σημείο όπου κινούνταν. Κατόπιν σηκώθηκα απότομα, πήρα τη φτηνή κολόνια που είχα αποθέσει στο ράφι απέναντι από το κρεβάτι και ράντισα με το περιεχόμενό της εκείνο το φοβερό πλάσμα. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη σκιά. Πήρα την καρέκλα και την τοποθέτησα στο άνοιγμα από όπου είχε βγει η αράχνη και μετά με μια κουβέρτα δημιούργησα ένα όριο σε όλη εκείνη την περιοχή. Είχα την ελπίδα ότι αυτό θα αποδεικνυόταν ανυπέρβλητο για εκείνο το ον. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν ξέρω πώς κατάφερα να κοιμηθώ, και φυσικά πριν με πάρει ο ύπνος φαντάστηκα πολλές φορές το μαύρο πλάσμα πάνω στο κοιμισμένο μου σώμα, να μελετάει τη μορφή μου, να απαντά στο ήρεμο ανεβοκατέβασμα του στέρνου μου με τις υπολογισμένες και συνωμοτικές κινήσεις των ποδιών του..."

Δεν υπάρχουν σχόλια

Παρακαλούμε αφήστε το σχόλιο σας :